🇬🇷 el en 🇬🇧
μέγιστος κοινός διαιρέτης
/ˈme.ʝi.stos ciˈnos ði.eˈɾe.tis/
|
|
|---|---|
| greatest common divisor | |
Wiktionary Links
- ελληνικά: μέγιστος κοινός διαιρέτης